απηνής

απηνής
-ές (AM ἀπηνής)
σκληρός, αμείλικτος.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Ο συσχετισμός του τ. με μια σειρά συνθέτων σε -ηνής (πρβλ. πρανής κ. πρηνής, προσηνής, σαφηνής) δικαιολογεί ως α' συνθετ. το από, δεν ορίζει όμως με βεβαιότητα το β' συνθετικό
η σύνδεση αυτού με τ. *άνος, (ιων. -αττ.) *ήνος «πρόσωπο», σανσκρ. *ᾱνας- με την ίδια σημασία ή με γοτθ. ansts «εύνοια» δεν είναι ικανοποιητική. Η λ. απαντά στον Όμηρο για να χαρακτηρίσει πρόσωπο, θυμό ή μύθο, σπανίζει στην αττική διάλεκτο, είναι άγνωστη στην τραγωδία, ενώ χρησιμοποιείται ευρύτατα στη μεταγενέστερη και σύγχρονη Ελληνική.
ΠΑΡ. απήνεια.
ΣΥΝΘ. απηνόφρων].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Look at other dictionaries:

  • ἀπηνής — ungentle masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπήνης — ἀπήνη four wheeled wagon fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπηνῆ — ἀπηνής ungentle neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) ἀπηνής ungentle masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) ἀπηνής ungentle masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπηνέστερον — ἀπηνής ungentle adverbial comp ἀπηνής ungentle masc acc comp sg ἀπηνής ungentle neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπηνεστάτων — ἀπηνής ungentle fem gen superl pl ἀπηνής ungentle masc/neut gen superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπηνεστέρων — ἀπηνής ungentle fem gen comp pl ἀπηνής ungentle masc/neut gen comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπηνεῖ — ἀπηνής ungentle masc/fem/neut nom/voc/acc dual (attic epic) ἀπηνής ungentle masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπηνεῖς — ἀπηνής ungentle masc/fem acc pl ἀπηνής ungentle masc/fem nom/voc pl (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπηνέα — ἀπηνής ungentle neut nom/voc/acc pl (epic ionic) ἀπηνής ungentle masc/fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπηνές — ἀπηνής ungentle masc/fem voc sg ἀπηνής ungentle neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”